Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2020

Απόφαση-σταθμός αναγνωρίζει την καταβολή επιπλέον εφάπαξ σε απόστρατους που συνταξιοδοτήθηκαν κατά τα έτη 2013-2017!!

 

Απόφαση-σταθμός δημοσιεύθηκε σήμερα από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Πρόκειται για την υπ’αριθ. 17841/2020 απόφαση του 30ού τμήματος, η οποία κάνει δεκτό το αίτημα απόστρατων, που συνταξιοδοτήθηκαν τα έτη 2013-2017, για καταβολή επιπλέον εφάπαξ!

Έτσι ανοίγει ο δρόμος για όλους τους συνταξιούχους-απόστρατους των Σωμάτων Ασφαλείας και ασφαλισμένους στα Μετοχικά Ταμεία!

Τα Ταμεία υπολόγισαν το εφάπαξ των εναγόντων, με βάση τους ν. 4093/2012 και 4307/2014, οι οποίοι όμως έχουν κριθεί αντισυνταγματικοί. Έτσι, πρέπει να τους καταβληθεί η διαφορά του εφάπαξ και μάλιστα έντοκα (τόκος 6%) από την κοινοποίηση της αγωγής μέχρι την εξόφληση του επιπλέον ποσού!

Ιδού η 17841/2020 απόφαση που δημοσίευσε σήμερα το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών


Απόφαση  17841/2020

ΑΓ 5615/02.06.2017

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤMHMA 30ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

            Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2020, με δικαστή τη Μαρία Κοτσινονού, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα την Ευσταθία Σαντά, δικαστική υπάλληλο,

            για να δικάσει την αγωγή, με ημερομηνία κατάθεσης 02.06.2017,

            των: 1. Αθανασίου Καραγεώργου του Αθανασίου, κατοίκου Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης (οδός Αθανασίου Διάκου αρ. 30Γ) και 2. Αστέριου Καραγκιόζη του Ιωάννη, κατοίκου Κατερίνης (οδός Α΄ Πάρ. Γεωργάκη Ολυμπίου αρ. 1), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν,

     κατά 1. του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Φ.Ε.Κ. Α΄ 97) της δικαστικής πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) Ελένης Ευσταθίου και 2. του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (Μ.Τ.Σ.), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται, το οποίο παραστάθηκε με δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. της δικηγόρου Χριστίνας Μανωλάκη.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, λόγω του ύψους του καταψηφιστικού αιτήματός της (άρθρο 274 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Φ.Ε.Κ. Α΄ 97), οι ενάγοντες, αξιωματικοί εν αποστρατεία του Ελληνικού Στρατού, ζητούν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα, Ελληνικό Δημόσιο και Μετοχικό Ταμείο Στρατού (Μ.Τ.Σ.), να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση [άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., α.ν. 2783/1941, Φ.Ε.Κ. Α΄ 29)]: α) στον πρώτο εξ αυτών (Αθανάσιο Καραγεώργο) το ποσό των 3.383,95 ευρώ και β) στον δεύτερο εξ αυτών (Αστέριο Καραγκιόζη) το ποσό των 3.372,11 ευρώ. Τα ως άνω ποσά αντιστοιχούν, κατά τα προβαλλόμενα, στη διαφορά μεταξύ των εφάπαξ βοηθημάτων που έλαβαν αυτοί από το δεύτερο εναγόμενο, Μ.Τ.Σ., ύστερα από τη διακοπή της μετοχικής τους σχέσης, εφαρμοζόμενων των αντισυνταγματικών, κατά τους ισχυρισμούς τους, μισθολογικών διατάξεων του ν. 4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 222) και του ν. 4307/2014 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 246) και των εφάπαξ βοηθημάτων που θα έπρεπε να λάβουν, κατά τον χρόνο της αυτεπάγγελτης αποστρατείας τους [π.δ. της 11.05.2015 (Φ.Ε.Κ. Γ΄/19.05.2015) και της 05.08.2015 (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 834/18.08.2015)], με βάση το προϋφιστάμενο των ανωτέρω νόμων μισθολογικό καθεστώς.

2. Επειδή, ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Φ.Ε.Κ. Α΄ 164), ορίζει, στο άρθρο 105, ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. [...]», και, στο άρθρο 106, ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων τους, κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα, ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός εάν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (Σ.τ.Ε. 3901/2013, Σ.τ.Ε. 2544/2010, Σ.τ.Ε. 730/2010). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται μόνο εάν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή από πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει σε ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (Σ.τ.Ε. Ολ. 4741/2014, Σ.τ.Ε. 3901/2013, 450/2013, 2773/2010, κ.ά.), με συνέπεια τη δημιουργία αποζημιωτικής ευθύνης σε βάρος του ν.π.δ.δ., όργανο του οποίου εξέδωσε την πράξη αυτή (Σ.τ.Ε. Ολ. 479 – 481/2018, Σ.τ.Ε. 4741/2014). Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση απαιτείται, μεταξύ άλλων, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (Σ.τ.Ε. Ολ. 479/2018, Σ.τ.Ε. 4741/2014). Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 – 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 298 του Α.Κ., η αποζημίωση που οφείλουν το Δημόσιο ή τα ν.π.δ.δ. περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος, μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Οσάκις από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Τέτοιος σύνδεσμος δεν συντρέχει όταν ζημία και ωφέλεια στηρίζονται σε διαφορετική η καθεμία αιτία (Σ.τ.Ε. 1287/2013, Σ.τ.Ε. 3606/2012, Σ.τ.Ε. 866/2011, κ.α.). Επίσης, στη διάταξη του άρθρου 72 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Φ.Ε.Κ. Α΄ 97), ορίζεται ότι: «Η αγωγή ασκείται κατά του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που είναι υπόχρεο προς ικανοποίηση της κατά την παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου αξίωσης.».

3. Επειδή, από το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής, η οποία θεμελιώνεται στον μη νόμιμο υπολογισμό των χορηγηθέντων στους ενάγοντες εφάπαξ βοηθημάτων από το δεύτερο εναγόμενο, Μ.Τ.Σ., λόγω της εφαρμογής των διατάξεων των ν. 4093/2012 και 4307/2014, καθώς και από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 398/1974 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 116), 2 παρ. 1 του ν. 2913/2001 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 102), 28 του ν. 3648/2008 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 38) και 72 του Κ.Δ.Δ> προκύπτει ότι η κρινόμενη αγωγή στρέφεται παραδεκτώς μόνο κατά του δεύτερου των εναγομένων, Μ.Τ.Σ., το οποίο θα είναι υπόχρεο – κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 72 του Κ.Δ.Δ. - προς ικανοποίηση της αξίωσης των εναγόντων, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής τους, καθόσον αυτό (το Μ.Τ.Σ.) χορήγησε τα μειωμένα – κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων – εφάπαξ βοηθήματα. Εξάλλου, το Μ.Τ.Σ. απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και έχει ικανότητα διαδίκου (Δ.Εφ.Αθ. 4115/2018 σκ. 5). Το δε πρώτο των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείται παθητικώς εν προκειμένω, καθόσον με την κρινόμενη αγωγή δεν αποδίδονται στα όργανα αυτού παράνομες ενέργειες ή παραλείψεις, πλην της νομοθέτησης των ανωτέρω αντισυνταγματικών – κατά τα προβαλλόμενα – διατάξεων (των ν. 4093/2012 και  ν. 4307/2014), η οποία, όμως, δεν δύναται να θεμελιώσει την παθητική νομιμοποίησή του, καθόσον οι επιζήμιες συνέπειες της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, η καταβολή δηλαδή στους ενάγοντες μειωμένων εφάπαξ βοηθημάτων, δεν επήλθαν απευθείας από τις διατάξεις αυτές, των οποίων την αντισυνταγματικότητα αυτοί επικαλούνται, αλλά από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών από το Μ.Τ.Σ. (βλ. Σ.τ.Ε. 734/2016 σκ. 10, 3901/2013 σκ. 4, 450/2013 σκ. 6, 2773/2010 σκ. 5). Ενόψει αυτών, το Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείται παθητικώς εν προκειμένω, δεδομένου, όμως, ότι παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (Σ.τ.Ε. 1596/2018, Σ.τ.Ε. 1117/2016, κ.α.), πρέπει να αποβληθεί από την παρούσα δίκη. Για τους ίδιους λόγους, παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ισχυρισμός του Μ.Τ.Σ., όπως αυτός προβάλλεται με το κατατεθέν στις 17.06.2020 υπόμνημά του, ότι μόνο παθητικώς νομιμοποιούμενο εν προκειμένω είναι το Ελληνικό Δημόσιο και όχι το ίδιο. Η δε κρινόμενη αγωγή, ασκούμενη, κατά τα λοιπά, παραδεκτώς, είναι περαιτέρω εξεταστέα ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητά της.

4. Επειδή, το ν.δ. 398/1974 («Περί Ταμείων Αλληλοβοηθείας Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας»), ορίζει, στο άρθρο 1, ότι : «1. Τα υφιστάμενα Ταμεία Αλληλοβοηθείας Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας [...] έχουν σκοπόν την χορήγησιν εφ’ άπαξ χρηματικού βοηθήματος εις τους εξερχομένους των τάξεων των Ενόπλων Δυνάμεων [...] μετόχους [...].», στο άρθρο 8, ότι : «1. Μέτοχοι των Ταμείων [...] τυγχάνουν υποχρεωτικώς : α) Οι εν ενεργεία μόνιμοι αξιωματικοί, ανθυπασπισταί και υπαξιωματικοί των αντιστοίχων Κλάδων [...]», στο άρθρο 9 ότι : «1. Η μετοχική σχέσις άρχεται από της κατατάξεως των εν άρθρω 8 ως μονίμων στελεχών, αφ’ ης άρχεται η υποχρέωσίς των προς καταβολήν της [...] εισφοράς, λήγει δε από της οριστικής εξόδου των εκ των τάξεων του Στρατεύματος, ότε και παύει η λόγω εισφοράς ενεργουμένη κράτησις.» και στο άρθρο 17, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση αυτού με τη διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4509/2017 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 201), ότι: «1. Το υπό των Ταμείων [...] χορηγούμενον εφ’ άπαξ βοήθημα εις τους εξερχομένους του Στρατεύματος μετόχους τούτων συνίσταται εκ του αθροίσματος βασικού μισθού, προσαυξήσεως, ευδοκίμου παραμονής και επιδόματος πολυετούς υπηρεσίας, δι’ ων εμισθοδοτήθη ο δικαιούχος κατά την ημέραν της εξόδου του, πολλαπλασιαζομένου επί τον αριθμόν των ετών συμμετοχής τούτου εις το Ταμείον [...]».

5. Επειδή, εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 9 του ν. 4387/2016 (Φ.Ε.Κ. Α΄85), όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο απονομής των εφάπαξ βοηθημάτων στους ενάγοντες (2016 και 2017) πριν δηλαδή αντικατασταθεί αυτή με τη διάταξη του άρθρου 31 του ν. 4670/2020 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 43) ορίζονται τα εξής: «Ειδικά, η εφάπαξ παροχή που καταβάλλεται στους δικαιούχους των Τομέων Πρόνοιας του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολούμενων στα Σώματα Ασφαλείας (Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.), του Ταμείου Αρωγής Λιμενικού Σώματος (Τ.Α.Λ.Σ.), εφεξής «Ταμεία», και τους μετόχους των Ειδικών Λογαριασμών Αλληλοβοηθείας Μετοχικών Ταμείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, εφεξής «Ειδικοί Λογαριασμοί», καταβάλλεται, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις των οικείων καταστατικών διατάξεων και υπολογίζεται ως εξής: α. Για όσους υπέβαλαν σχετική αίτηση έως την 31.12.2014 υπολογίζεται, σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις των Ταμείων και των Ειδικών Λογαριασμών. β. Για όσους υπέβαλαν ή υποβάλλουν σχετική αίτηση μετά την 1.1.2015, υπολογίζεται αθροιστικά, για το μεν χρόνο μετοχικής σχέσης έως την 31.12.2014, σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις των Ταμείων και των Ειδικών Λογαριασμών, για το δε χρόνο μετοχικής σχέσης από 1.1.2015 και εφεξής, σύμφωνα με την τεχνική βάση διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (NDC), κατά το μαθηματικό τύπο της παρ. 4γ του παρόντος.».

6. Επειδή, σχετικά με τον υπολογισμό του βασικού μισθού, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για το σχηματισμό των εφάπαξ βοηθημάτων, ιδιαίτερες μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για τους αξιωματικούς, ανθυπασπιστές και μονίμους και εθελοντές οπλίτες των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας περιελήφθησαν, αρχικά, στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 754/1978 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 17). Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του ν. 1643/1986 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 126) επιχειρήθηκε η αναμόρφωση του μισθολογικού καθεστώτος των στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων και των αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος και η εισαγωγή ενός μισθολογίου αποκλειστικής επ' αυτών εφαρμογής. Εκτεταμένες αλλαγές του μισθολογίου αυτού επήλθαν με τον επακολουθήσαντα ν. 2448/1996 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 279), με τις διατάξεις του οποίου καθορίσθηκε ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού και των αντιστοίχων προς αυτόν, ως βάση για τον υπολογισμό του μισθού των λοιπών βαθμών της ιεραρχίας. Με τον ίδιο νόμο χορηγήθηκαν συγκριτικά υψηλότερες αυξήσεις στους ανώτατους αξιωματικούς, «προς ενίσχυση του κύρους του βαθμού και για την αντιστάθμιση της αυξημένης ευθύνης των καθηκόντων που τους ανατίθενται», όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του ως άνω νόμου. Παράλληλα, επιχειρήθηκε η εκλογίκευση της επιδοματικής πολιτικής, με τη διατήρηση ορισμένων βασικών επιδομάτων (χρόνου υπηρεσίας και οικογενειακών βαρών), την αύξηση ορισμένων άλλων (εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών), τη θέσπιση νέων (επιδόματα ειδικής απασχόλησης, επιτελικής ευθύνης, έξοδα παράστασης) και την κατάργηση των υπολοίπων επιδομάτων που είχαν χορηγηθεί κατά το παρελθόν. Ακολούθησε ο ν. 3205/2003 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 297), με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Ζ του οποίου (άρθρα 50 και 51) τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του μισθολογίου των μονίμων στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, το οποίο, από την έναρξη ισχύος του ν. 2448/1996, είχε υποστεί διαδοχικές τροποποιήσεις. Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, αναφέρεται ότι με τις διατάξεις του κωδικοποιούνται οι αλλαγές που επήλθαν μέχρι σήμερα και χορηγούνται επιπλέον αυξήσεις ώστε η δομή του μισθολογίου να ανταποκρίνεται καλύτερα στις σύγχρονες ανάγκες του προσωπικού του. Ειδικότερα, αυξήθηκαν οι βασικοί μισθοί και το επίδομα ειδικής απασχόλησης, ενώ διατηρήθηκαν σταθερές οι υφιστάμενες σχέσεις μεταξύ των μισθών όλων των βαθμών. Για το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας, αναφέρεται ότι προβλέφθηκε περαιτέρω αύξηση των επιδομάτων και αποζημιώσεων που συνδέονται με την παροχή πρόσθετης εργασίας, προκειμένου να εξυπηρετείται καλύτερα η εύρυθμη λειτουργία των αντίστοιχων υπηρεσιών. Με τις διατάξεις του άρθρου 50 του ως άνω ν. 3205/2003 διατηρήθηκε ως βάση υπολογισμού των αποδοχών των στελεχών αυτών ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού. Πέραν του μηνιαίου βασικού μισθού, με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ίδιου νόμου, προβλέφθηκε η χορήγηση στο προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας των επιδομάτων χρόνου υπηρεσίας, οικογενειακής παροχής και εξομάλυνσης μισθολογικών διαφορών, καθώς και ειδικών επιδομάτων, συνδεομένων με την ιδιαίτερη φύση της αποστολής τους (ειδικών συνθηκών, ειδικής απασχόλησης, θέσης υψηλής ή αυξημένης ευθύνης, ευθύνης διοίκησης διεύθυνσης και αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας μονάδων), και εξόδων παράστασης. Με τις ίδιες διατάξεις διατηρήθηκαν, επίσης, τα ήδη χορηγούμενα επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας.

7. Επειδή, ακολούθως, με τις διατάξεις των περιπτώσεων 13 - 36 της υποπαραγράφου Γ.1 («Μισθολογικές διατάξεις του Δημόσιου Τομέα») της παραγράφου Γ («Ρυθμίσεις θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής») του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 222), επήλθαν μειώσεις σε όλα τα χαρακτηρισθέντα από τον νομοθέτη ως «ειδικά μισθολόγια», με βάση τα οποία αμείβονται διάφορες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων. Ειδικότερα, με τις περιπτώσεις 31 - 33 της ως άνω υποπαραγράφου, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 50 και 51 του ν. 3205/2003 και μειώθηκαν οι αποδοχές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, με τη μείωση του βασικού μισθού του ανθυπολοχαγού και των αντίστοιχων βαθμών, τη μείωση των συντελεστών βάσει των οποίων καθορίζονται οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμών και τη μείωση των προβλεπόμενων επιδομάτων και αποζημιώσεων. Με τις ίδιες διατάξεις, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις κοινών υπουργικών αποφάσεων 8002/32/122-α/6.9.2007 (Φ.Ε.Κ. Β΄ 1803) και 2/2381/0022/5.5.2009 (Φ.Ε.Κ. Β΄  928), με τις οποίες είχαν καθορισθεί, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου Α8 του άρθρου 51 του ν. 3205/2003, τα επιδόματα επιχειρησιακής ετοιμότητας του ένστολου προσωπικού της ΕΛ.Α.Σ. και του Λ.Σ.- ΑΚΤ.. Αντίστοιχες μειώσεις υπέστησαν οι απόστρατοι και οι συνταξιούχοι αστυνομικοί και λιμενικοί λόγω της, κατά τα προεκτεθέντα, σύνδεσης των συντάξιμων αποδοχών τους με τις αποδοχές των εν ενεργεία στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας (άρθρο 34 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα).

8. Επειδή, με τις 2192 - 2196/2014 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.) (σκ. 21 και 23), κρίθηκε ότι οι διατάξεις των ως άνω περιπτώσεων 31 - 33 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες μειώθηκαν οι αποδοχές των εν ενεργεία στρατιωτικών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας και, μάλιστα, αναδρομικά από 01.08.2012, καθώς και της απολύτου συναφούς προς αυτές διάταξης της περίπτωσης 37, αντίκεινται προς την απορρέουσα εμμέσως από τις διατάξεις των άρθρων 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 9 του Συντάγματος αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στρατιωτικών (Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας), ως αρχή που εγγυάται την αποτελεσματική εκπλήρωση της κρατικής αποστολής τους και ως αντιστάθμισμα για τις ιδιαίτερες συνθήκες εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Εξάλλου, με τις ίδιες ως άνω αποφάσεις του Σ.τ.Ε., κρίθηκε ότι οι επίμαχες περικοπές συνιστούν, μεν, μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, επιβαρύνουν, όμως, και πάλι την ίδια κατηγορία πολιτών, κατά παράβαση της κατ’ άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος υποχρέωσης όλων των πολιτών για εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.

9. Επειδή, στη συνέχεια, δημοσιεύθηκε ο ν. 4307/2014 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 246), στο άρθρο 86 του οποίου περιελήφθησαν ρυθμίσεις σχετικά με τη μισθολογική αποκατάσταση των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας. Με τις νεότερες αυτές διατάξεις καταργήθηκαν, από τότε που ίσχυσαν, οι προπαρατεθείσες - κριθείσες ως αντισυνταγματικές - διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (παρ. 1 α του άρθρου 86), αντικαταστάθηκαν εκ νέου, από 01.08.2012, τα άρθρα 50 παρ. 2 και 3 και 51 παρ. 3 – 8α και 10 του ν. 3205/2003, αυξήθηκε ο βασικός μισθός του ανθυπολοχαγού και των αντιστοίχων βαθμών, καθορίστηκαν νέοι συντελεστές προσδιορισμού βασικών μισθών, και αναπροσαρμόσθηκαν τα διάφορα επιδόματα των στρατιωτικών και των στελεχών των σωμάτων ασφαλείας (παρ. 2). Με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 86 ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζεται «ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των αναπροσαρμοσμένων αποδοχών και συντάξεων, καθώς και της διαφοράς αποδοχών και συντάξεων που απορρέει από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως και 31.12.2014 προς τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, εν ενεργεία και απόστρατους.». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας διάταξης, εκδόθηκε η οικ.2/88371/ΔΕΠ/17.11.2014 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου (Φ.Ε.Κ. Β 3093/18.11.2014), με το άρθρο 1 της οποίας ορίστηκε ότι οι διαφορές αποδοχών που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 86 παρ. 2 του ν. 4307/2014, καθ’ ο μέρος αφορούν το χρονικό διάστημα από 1.7.2014 έως και 30.11.2014 θα καταβληθούν εφάπαξ με τις αναπροσαρμοσμένες, βάσει των ίδιων διατάξεων, αποδοχές του Δεκεμβρίου του αυτού έτους · με το  άρθρο 2 αυτής ορίσθηκε ότι οι διαφορές αποδοχών που αφορούν το προγενέστερο χρονικό διάστημα (01.08.2012 έως 30.06.2014), εάν μεν δεν υπερβαίνουν το ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ, θα καταβληθούν εφάπαξ την 27.1.2015, εάν δε υπερβαίνουν το ποσό αυτό, θα καταβληθούν σταδιακά σε τριάντα έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, η πρώτη εκ των οποίων θα καταβληθεί την 27.01.2015, ενώ οι επόμενες «θα καταβάλλονται την εικοστή εβδόμη (27η) ημέρα εκάστου μηνός μέχρι και την 27.12.2017, οπότε θα καταβληθεί η τελευταία δόση» (άρθρο 2).

10. Επειδή, ακολούθως, με τις 1125 - 1128/2016 αποφάσεις της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε. (σκ. 16), κρίθηκε ότι, με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 86 παρ. 2 του ν. 4307/2014, θεσπίζεται ειδικό μισθολόγιο των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, προκειμένου, όπως ρητώς αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση και στις σχετικές συζητήσεις της Βουλής, να συμμορφωθεί η Διοίκηση στις ακυρωτικές αποφάσεις του Σ.τ.Ε.. Ειδικότερα, από την αιτιολογική αυτή έκθεση και από τις εκτενείς αναφορές των σχετικών συζητήσεων στη Βουλή (Πρακτικά Συν ΚΔ/11.11.2014 σελ. 1445-1447, 1449-1450, 1458-1459, Συν. ΚΕ/12.11.2014 σελ. 1479, 1485-1486, 1489, 1493, 1497-1499, 1501, 1503, 1506, Συν. ΚΣΤ/13-11-2014 σελ. 1605-1606, 1609, 1620, 1628, 1634-1635, 1638, 1647) επιβεβαιώνεται ότι ο νόμος αυτός δεν αποτελεί μία αφηρημένη, αδέσμευτη ρύθμιση μισθολογίου αλλά την «αντίδραση» του νομοθέτη στις μνημονευόμενες ανωτέρω αποφάσεις του Σ.τ.Ε.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατάξεων του ν. 4093/2012 με τις προϊσχύουσες διατάξεις του ν. 3205/2003 και τις νεότερες του ν. 4307/2014, οι αναπροσαρμοσμένες αποδοχές είναι, μεν, ανώτερες εκείνων που ελάμβανε το στρατιωτικό κ.λ.π. προσωπικό υπό την ισχύ του αντισυνταγματικού ν. 4093/2012, εντούτοις, κυμαίνονται σε επίπεδα κατώτερα εκείνων που είχαν διαμορφωθεί πριν την 01.08.2012. Εκ των ανωτέρω διατάξεων, άλλωστε, συνάγεται ότι στο νέο αυτό μισθολόγιο προσδίδεται αναδρομική ισχύς, η οποία ανατρέχει στον χρόνο έναρξης ισχύος των διατάξεων του ν. 4093/2012, οι οποίες είχαν κριθεί αντισυνταγματικές και ανίσχυρες με τις ανωτέρω 2192 - 2196/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του Σ.τ.Ε., δηλαδή οι νεότερες μισθολογικές ρυθμίσεις αντικαθιστούν τις ανίσχυρες ρυθμίσεις αναδρομικώς από 01.08.2012. Ως συνέπεια της αναδρομικότητας αυτής, εκδόθηκε η ως άνω οικ.2/88371/ ΔΕΠ/14/17.11.2014 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου, με την οποία προβλέπεται ο χρόνος και ο τρόπος επιστροφής, για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 έως 30.11.2014, των χρηματικών ποσών που αντιστοιχούν στην διαφορά μεταξύ των αναπροσαρμοζόμενων αποδοχών του ν. 4307/2014 και των αποδοχών που πράγματι είχαν λάβει, τα οποία είναι μειωμένα σε ποσοστό περίπου 50% σε σχέση με τις προ της 01.08.2012 αποδοχές τους. Εξάλλου, με την έκδοση των 10-13/2014 πρακτικών του Σ.τ.Ε., προσδιορίστηκαν οι υποχρεώσεις συμμόρφωσης που, κατά την κρίση του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου, απέρρεαν από τις ακυρωτικές αποφάσεις, ώστε οι ρυθμίσεις του άρθρου 86 του ν. 4307/2014 έχουν χαρακτήρα επιστροφής σε κάθε ένα από τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας των χρηματικών ποσών που τους περιεκόπησαν παρανόμως με τις αντισυνταγματικές διατάξεις των περιπτώσεων 31 - 33 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Συνεπώς, εφόσον οι ρυθμίσεις του άρθρου 86 του ν. 4307/2014 έχουν αυτόν τον χαρακτήρα (αποτελούν δηλαδή ρύθμιση ατομικών περιπτώσεων), συνιστούν πλημμελή συμμόρφωση προς τις ακυρωτικές αποφάσεις, διότι: α) για το χρονικό διάστημα από 01.08.2012 μέχρι 31.12.2012, το οποίο αφορά τα ποσά των αποδοχών που οι στρατιωτικοί κλπ. υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, λόγω των αναδρομικών μειώσεων που επέβαλε ο ν. 4093/2012, προβλέπεται ότι θα καταβληθούν μόνον κατά το ήμισυ και β) για το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 μέχρι 15.11.2014, που αφορά τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στην διαφορά μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν προ της εφαρμογής του ν. 4093/2012 και των αποδοχών που πράγματι τους κατεβλήθησαν, προβλέπεται, επίσης, μερική, κατά το ήμισυ περίπου καταβολή. Εξάλλου, η μερική μόνον συμμόρφωση «ομολογείται», κατά τα ήδη εκτεθέντα, και από τον ίδιο τον νομοθέτη στην αιτιολογική έκθεση, ο οποίος επιχειρεί να την δικαιολογήσει, με την παράθεση αποκλειστικώς δημοσιονομικού χαρακτήρα λόγων, οι οποίοι καθιστούν, προς το παρόν, ανέφικτη την πλήρη συμμόρφωση. Οι λόγοι όμως αυτοί δεν αρκούν για να καταστήσουν συνταγματικές τις επίμαχες αναδρομικές ρυθμίσεις αφενός μεν διότι όμοιοι λόγοι είχαν προσβληθεί και είχαν αξιολογηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στις δίκες εφ' ων εκδόθηκαν οι επίμαχες ακυρωτικές αποφάσεις (Σ.τ.Ε. 2192/2014, σκ. 17 και 21, 2193/2014 σκ. 16 και 20, 2194/2014 σκ. 15 και 19, 2195/2014 σκ. 15 και 19, 2196/2014 σκ. 16 και 20), αφετέρου, δε, και, εν πάση περιπτώσει, διότι τέτοιοι λόγοι δεν απαλλάσσουν τον κοινό νομοθέτη και την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση από την υποχρέωση τήρησης της συνταγματικής διάταξης για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Ως εκ τούτων, κρίθηκε ότι οι προπαρατεθείσες διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 86 του ν. 4307/2014, καθώς και της απολύτως συναφούς διάταξης της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η κ.υ.α. 2/88371/ΔΕΠ/17.11.2014, αντίκεινται στο άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος, και η εν λόγω κ.υ.α. ακυρώθηκε.

11. Επειδή, τέλος, με την 258/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε. (σκ. 9) κρίθηκε ότι το ακυρωτικό αποτέλεσμα των 1125 – 1128/2016 αποφάσεών του καταλαμβάνει και τους απόστρατους στρατιωτικούς των ενόπλων δυνάμεων, ενώ, σε περίπτωση αδράνειας του νομοθέτη για συμμόρφωση προς αυτές, μετά την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 86 του ν. 4307/2014, αναβιώνουν οι, προ του ν. 4093/2012, διατάξεις του ν. 3205/2003, με τις οποίες είχαν εισαχθεί, ενιαία για όλες τις κατηγορίες στρατιωτικών, ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις.

12. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας της κρινόμενης υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Ο πρώτος των εναγόντων, Αθανάσιος Καραγεώργος, αξιωματικός του Πεζικού του Ελληνικού Στρατού υπέστη περικοπές στις αποδοχές του, ενώ ήταν εν ενεργεία, κατ’ εφαρμογή των περιπτώσεων 31 – 33 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Στις 18.06.2015, με το π.δ. 11.05.2015 (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 469/19.05.2015) τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία λόγω σωματικής ανικανότητας, έλαβε δε από το εναγόμενο Μ.Τ.Σ., εφάπαξ βοήθημα, υπολογιζόμενο επί του βασικού μισθού και του κατά περίπτωση χρονοεπιδόματος, επιδόματος ειδικής απασχόλησης, και θέσης υψηλής ευθύνης, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί βάσει των διατάξεων του ν. 4093/2012, το οποίο ανήλθε στο μικτό ποσό των 36.280,03 ευρώ και, κατόπιν αφαίρεσης των κρατήσεων, στο καθαρό ποσό των 34.309,85 ευρώ. Ακολούθως, ο ανωτέρω υπέβαλε την 1922/09.03.2017 αίτησή του, προκειμένου να του χορηγηθεί συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα, το οποίο, ωστόσο, δεν του χορηγήθηκε. Ειδικότερα με το από 08.05.2017 έγγραφο του Διευθυντή του Τμήματος Παροχών του Ε.ΛΟ.Α.Σ., ενημερώθηκε ο ανωτέρω ενάγων ότι η εξέταση της χορήγησης συμπληρωματικών εφάπαξ βοηθημάτων, σε συμμόρφωση προς την 1125/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα πραγματοποιηθεί «αφού προηγηθεί νομοθετική ρύθμιση, όπου θα τροποποιούνται ή θα καταργούνται αναδρομικά οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου 86 του ν. 4307/2014.». Ο δεύτερος των εναγόντων, Αστέριος Καραγκιόζης, αξιωματικός του Ιππικού του Ελληνικού Στρατού υπέστη περικοπές στις αποδοχές του, ενώ ήταν εν ενεργεία, κατ’ εφαρμογή των περιπτώσεων 31 – 33 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Στις 17.09.2015, με το π.δ. 05.08.2015 (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 834) τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία λόγω αποδεδειγμένης σωματικής ανικανότητας, έλαβε δε από το εναγόμενο Μ.Τ.Σ., εφάπαξ βοήθημα, υπολογιζόμενο επί του βασικού μισθού και του κατά περίπτωση χρονοεπιδόματος, επιδόματος ειδικής απασχόλησης, και θέσης υψηλής ευθύνης, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί βάσει των διατάξεων του ν. 4093/2012, το οποίο ανήλθε στο μικτό ποσό των 35.705,73 ευρώ και, κατόπιν αφαίρεσης των κρατήσεων, στο καθαρό ποσό των 32.761,84 ευρώ. Ακολούθως, υπέβαλε την 1922/09.03.2017 αίτησή του, προκειμένου να του χορηγηθεί συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα, το οποίο, ωστόσο, δεν του χορηγήθηκε. Εξάλλου, επί της αίτησής του αυτής εκδόθηκε το από 09.05.2016 έγγραφο του υπαλλήλου του ΕΛ.Ο.Α.Σ., με το οποίο ενημερώθηκε αυτός, όπως και ο πρώτος ενάγων, ότι «αφού προηγηθεί νομοθετική ρύθμιση, όπου θα τροποποιούνται ή θα καταργούνται αναδρομικά οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου 86 του ν. 4307/2014.».

13. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 22.06.2017 (σχετ. η 9136/22.06.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ιωάννη Παπακωνσταντίνου), οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο υπολογισμός και η καταβολή σε αυτούς μειωμένων εφάπαξ βοηθημάτων από το εναγόμενο, λόγω της εφαρμογής των μισθολογικών διατάξεων του ν. 4093/2012 και του ν. 4307/2014, αντίκειται στο Σύνταγμα, όπως κρίθηκε με την 1128/2016 απόφαση της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε. και ζητούν όσα αναλυτικά εκτίθενται στην πρώτη σκέψη της παρούσας απόφασης. Προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν τους ως άνω ισχυρισμούς τους, οι ενάγοντες προσκομίζουν, μεταξύ άλλων,: α) τα από 08.05.2017 και 09.05.2017 αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη έγγραφα του Τμήματος Παροχών του Ε.ΛΟ.Α.Σ., σε απάντηση των αιτήσεών τους για χορήγηση συμπληρωματικού εφάπαξ βοηθήματος, σύμφωνα με τα οποία η εξέταση αυτών θα πραγματοποιηθεί αφού προηγηθεί νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος, με την οποία θα τροποποιούνται ή θα καταργούνται αναδρομικώς οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου 86 του ν. 4307/2014, β) αποσπάσματα των από 11.05.2015 (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 469/19.05.2015) και από 05.08.2015 (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 834) με τα οποία αυτοί τέθηκαν σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία.

14. Επειδή, με το από 24.12.2019 έγγραφο απόψεων του Ε.ΛΟ.Α.Σ., καθώς και το παραδεκτώς κατατεθέν, στις 17.06.2020, υπόμνημά του, το εναγόμενο Μ.Τ.Σ. διατείνεται, κατ’ αρχάς, ότι η κρινόμενη αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, δεδομένου ότι τα όργανά του ενήργησαν σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και ότι το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) του Ε.ΛΟ.Α.Σ. αποφάσισε ότι η έγκριση συμπληρωματικών εφάπαξ βοηθημάτων θα πραγματοποιηθεί κατόπιν νομοθετικής ρύθμισης του ζητήματος, με την κατάργηση των διατάξεων των παρ. 2 έως 8 του ν. 4307/2014. Πάντως, το Μ.Τ.Σ. στο προαναφερόμενο έγγραφο των απόψεών του προσδιορίζει το δικαιούμενο συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα που θα είχαν δικαίωμα να λάβουν οι ενάγοντες σε περίπτωση αναδρομικής κατάργησης των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 4307/2014 στα 1.476,71 ευρώ, όσον αφορά στον πρώτο ενάγοντα και στα 1.335,55 ευρώ, όσον αφορά στο δεύτερο ενάγοντα. Συγκεκριμένα, ο ληπτέος υπόψη για τον υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος μισθός του πρώτου ενάγοντος, Αθανασίου Καραγεώργου, θα διαμορφωνόταν, σύμφωνα με το ίδιο ως άνω έγγραφο, ως εξής: βασικός μισθός 1.070 ευρώ + επίδομα χρόνου υπηρεσίας 385,20 ευρώ, επίδομα εξομάλυνσης 138 ευρώ, επίδομα θέσης – αυξημένης ευθύνης 176 ευρώ και επίδομα απασχόλησης 191,63 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 1.960,83 ευρώ και ο ληπτέος υπόψη για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος μισθός του δεύτερου ενάγοντος θα διαμορφωνόταν, ως εξής: βασικός μισθός 1.070 ευρώ, επίδομα χρόνου υπηρεσίας 342,40 ευρώ, επίδομα εξομάλυνσης 279 ευρώ, επίδομα θέσης – αυξημένης ευθύνης 176 ευρώ και επίδομα απασχόλησης 191,63 ευρώ. Βάσει των ανωτέρω μισθών, το εφάπαξ βοήθημα που θα είχαν δικαίωμα να λάβουν οι ενάγοντες ανέρχεται για τον μεν πρώτο ενάγοντα, Αθανάσιο Καραγεώργο, στο ποσό των 37.756,74 ευρώ, για τον δε δεύτερο ενάγοντα, Αστέριο Καραγκιόζη, στο ποσό των 36.427,68 ευρώ, από τα οποία, αφού αφαιρεθούν τα εφάπαξ βοηθήματα που έλαβαν οι ενάγοντες (ύψους 36.280,03 ευρώ ο πρώτος ενάγων και 35.705.73 ο δεύτερος ενάγων) προκύπτει διαφορά ύψους 1.476,71 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και 1.335,55 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα.

15. Επειδή, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω και συγκεκριμένα: α) τα κριθέντα με τις 2192 - 2196/2014, 1125 – 1128/2016 και 258/2018 αποφάσεις της Ολομέλειας του Σ.τ.Ε. (βλ. σκέψη 7), β) ότι, αρχικώς, το εναγόμενο Μ.Τ.Σ. χορήγησε στους ενάγοντες εφάπαξ βοηθήματα, τα οποία υπολογίσθηκαν επί του βασικού μισθού τους και των κατά περίπτωση χρονοεπιδομάτων, επιδομάτων ειδικής απασχόλησης, και θέσης υψηλής ευθύνης, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί βάσει των διατάξεων του ν. 4093/2012, ανερχόμενα στα ποσά των 36.280,03 ευρώ και 35.705,73 ευρώ, αντιστοίχως, γ) ότι, όπως προκύπτει από την από 24.12.2019 βεβαίωση του ΕΛ.Ο.Α.Σ. το ποσό των εφάπαξ βοηθημάτων που θα είχε χορηγηθεί στους ενάγοντες, εάν δεν είχε παρεμβληθεί η εφαρμογή των – κριθεισών ως αντισυνταγματικών - διατάξεων του ν. 4307/2014, θα ανερχόταν στα 37.756,74 ευρώ και 37.041,28 ευρώ, αντιστοίχως, και ότι τα ποσά αυτά υπολείπονται των εφάπαξ βοηθημάτων που έλαβαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως τα εφάπαξ βοηθήματα των εναγόντων περιορίσθηκαν κατ' εφαρμογή των - κριθεισών ως αντισυνταγματικών - διατάξεων των ν. 4093/2012 και 4307/2014 και, ως εκ τούτου, το εναγόμενο Μ.Τ.Σ. ενέχεται να τους καταβάλει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 – 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., τις διαφορές μεταξύ των αρχικών εφάπαξ βοηθημάτων που έλαβαν, και αυτών που θα είχαν λάβει, εάν δεν είχε παρεμβληθεί η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, κατ’ αποδοχή της αγωγής ως νόμω βάσιμης. Ωστόσο, όσον αφορά στο ύψος της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) οι ενάγοντες προσδιορίζουν τη διαφορά μεταξύ των εφάπαξ βοηθημάτων που έλαβαν και αυτών που είχαν δικαίωμα να λάβουν στα 3.383,95 ευρώ και 3.742,11 ευρώ και ότι β) σύμφωνα με την ως άνω από 24.12.2019 βεβαίωση του Ε.ΛΟ.Α.Σ. η διαφορά αυτή ανέρχεται στα ποσά των 1.476,71 ευρώ και 1.335,55 ευρώ, αντιστοίχως, το Δικαστήριο κρίνει ότι το ύψος της ζημίας τους ανέρχεται στα ποσά των 1.476,71 ευρώ και 1.335,55 ευρώ, όπως τα ποσά αυτά υπολογίσθηκαν από τα αρμόδια, προς τούτο, όργανα και ο σχηματισμός αυτών δεν αμφισβητείται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς και ως προς τα επί μέρους κονδύλιά τους από τους ενάγοντες. Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Μ.Τ.Σ. να καταβάλει στον μεν πρώτο ενάγοντα, Αθανάσιο Καραγεώργο, το ποσό των 1.476,71 στο δε δεύτερο ενάγοντα, Αστέριο Καραγκιόζη, το ποσό των 1.335,55 ευρώ, κατά μερική αποδοχή των αγωγικών τους αιτημάτων. Τα δε ποσά αυτά οφείλονται από το εναγόμενο, κατόπιν της διενέργειας των νόμιμων κρατήσεων, εντόκως με επιτόκιο 6% (άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, Φ.Ε.Κ. Α 2014/19.7.1974, Σ.τ.Ε. Ολ. 2115/2014), από την επόμενη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής (άρθρο 75 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.), δηλαδή από τις 22.06.2017 (σχετ. η 9136/2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ιωάννη Παπακωνσταντίνου) έως την εξόφληση.

16. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, τα δικαστικά δε έξοδα να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 εδαφ. γ του Κ.Δ.Δ..).

            ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

            Απορρίπτει την αγωγή καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κηρύσσει άκυρη την παράσταση αυτού και το αποβάλλει από την παρούσα δίκη.

            Δέχεται εν μέρει την αγωγή, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία «Μετοχικό Ταμείο Στρατού» (Μ.Τ.Σ.).

            Υποχρεώνει το Μ.Τ.Σ. να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα, Αθανάσιο Καραγεώργο, το ποσό των 1.476,71 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα, Αστέριο Καραγκιόζη, το ποσό των 1.335,55 ευρώ, κατόπιν διενέργειας των νόμιμων κρατήσεων από τα ποσά αυτά, τα οποία πρέπει να τους καταβληθούν εντόκως, με επιτόκιο 6% ετησίως από τις 22.06.2017 και έως την εξόφληση.

            Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

            Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την  έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 11.12.2020.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ